Μεταξύ Πλαταμώνα και Κατερίνης στον πόλεμο του 1897 (Γαβριήλ Συντομόρος)
2 Ιανουαρίου 2017
Ο Αναγνώστης Θεοδωράκης, και τα παιδιά του Αναστάσης και Δημήτρης, ανήκαν στην κατηγορία όσων Υδραίων καραβοκύρηδων είχαν ολόψυχα δοθεί στην επανάσταση του 1821[1]. Κόρη του Δημήτρη ήταν και η αρχοντοπούλα Κονδύλω. Η δε τελευταία από το γάμο της με τον κρητικό Γεώργιο Αντωνιάδη, έφερε στον κόσμο, το 1869, τον Μανώλη, ο οποίος, έτσι, βίωνε την ευθύνη και της υδραίικης και της κρητικής καταγωγής του[2]. Κατά συνέπεια ο εγγονός Αντωνιάδης εισήχθη το 1887 στην λειτουργούσα από το 1884 σχολή Ναυτικών Δοκίμων, από την οποία αποφοίτησε το 1891 ως Σημαιοφόρος. Πέντε χρόνια μετέπειτα προήχθη σε Ανθυποπλοίαρχο, όποτε, συμπληρώνοντας και τις ναυτικές του γνώσεις στην Ευρώπη, διέθετε πλέον όλες τις προϋποθέσεις, ώστε να εξελιχθεί σε έναν λαμπρό αξιωματικό του Ναυτικού.
Βρισκόμαστε ήδη στις παραμονές του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897[3], η έκβαση του οποίου επικράτησε μέν να θεωρείται ντροπή για τη χώρα μας, σχετικά όμως με τον Ανθυποπλοίαρχο Εμμανουήλ Αντωνιάδη η ελληνοτουρκική εκείνη σύγκρουση λειτούργησε ως εφαλτήριο για να καταλάβει ο ίδιος τη δική του θέση στο Πάνθεο των ηρώων. Δεν θα αναφερθούμε εντούτοις στις υπόλοιπες, κατά ξηρά και θάλασσα, επιχειρήσεις του πολέμου εκείνου.
Θα εκθέσουμε μόνο συνοπτικότατα τις δραστηριότητες του πολεμικού μας στόλου στην ευρύτερη περιοχή του Θερμαϊκού κόλπου, όπου κόπηκε πρόωρα και το νήμα της ζωής του υπό συζήτηση Ανθυποπλοιάρχου.
Η μία λοιπόν από τις δύο Μοίρες, στις οποίες είχε διαιρεθεί τότε το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό, είχε χώρο δράσης της το Αιγαίο. Η Μοίρα αυτή ήταν και ιδιαιτέρως ισχυρή, μία και αποτελούνταν από τα θωρηκτά Ύδρα, Σπέτσαι και Ψαρά, από τα οποία το τελευταίο έφερε και το σήμα του αρχηγού της Μοίρας Πλοιάρχου Κ. Σαχτούρη. Ο Στόλος του Αιγαίου συμπεριελάμβανε ακόμη την τορπιλική Μοίρα με επικεφαλής το κυβερνώμενο από τον πρίγκιπα Γεώργιο τορπιλοβόλο «Κανάρης», στην οποία υπαγόταν και το τορπιλοβόλο 16 με κυβερνήτη τον Αντωνιάδη. Στο συγκεκριμένο Στόλο συμμετείχε επιπλέον το οπλιταγωγό Μυκάλη, οι ατμομυοδρόμωνες Αλφειός (με κυβερνήτη του τον Πλωτάρχη Παύλο Κουντουριώτη), Αχελώος και τα οπλιταγωγά Θράκη και Ιωνία.
Στις 25 Μαρτίου 1897 τα παραπάνω σκάφη ναυλοχούσαν στους Ωρεούς, μολονότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Γάλλου περιηγητή Henri Turot (βλ. Η κρητική επανάσταση και ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897, σ.148), «ο κόλπος της Θεσσαλονίκης ήταν [τότε] σχεδόν ανυπεράσπιστος και τα ελληνικά θωρηκτά θα μπορούσαν να αποκλείσουν την πόλη, να πυρπολήσουν τους σιδηροδρομικούς της σταθμούς, να ανατινάξουν ορισμένα σημαντικά σημεία των γραμμών ανεφοδιασμού [των Τούρκων] και να καθυστερήσουν σημαντικά την [εχθρική] επιστράτευση. Αλλά ο ελληνικός στόλος», συνεχίζει ο Turot, «δε βγήκε από τη Χαλκίδα. Τα νερά εκεί είναι τόσο ήρεμα και ο καιρός τόσο ώραιος! Έτσι – εντελώς ανενόχλητοι και με όλη τους την άνεση- οι Τούρκοι μπόρεσαν να μεταφέρουν μέσω Θεσσαλονίκης τους χιλιάδες στρατιώτες τους, που έσπευδαν καθημερινά να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο τις δυνάμεις τους, οι οποίες είχαν συγκεντρωθεί στα σύνορα της Θεσσαλίας και στην Ήπειρο».
Πράγματι, από τη στιγμή που είχε κηρυχθεί ο Πόλεμος και μέχρι τις 8/20 Απριλίου του 1897, ο ελληνικός στόλος του Αιγαίου δεν είχε επιδοθεί σε καμιά πολεμική επιχείρηση. Απασχολούνταν μόνο με ασκήσεις πυροβολικού, ενώ μία μόνο μέρα πριν την παραπάνω ημερομηνία, ο Μοίραρχος Σαχτούρης ζήτησε οδηγίες δράσης από το Υπουργείο Ναυτικών. Η ναυτική εν συνέχεια Μοίρα Αιγαίου αγκυροβόλησε στον Παγασητικό, όπου, παραμένοντας υπ’ ατμό, διατάχθηκε, τα μεσάνυχτα της 8ης Απριλίου, από τον υπουργό των Ναυτικών Ν. Λεβίδη, να αναπτυχθεί κατά μήκος των τουρκικών ακτών, από Πλαταμώνα μέχρι Κατερίνη, προσβάλλοντας, όπως καθόριζε η διαταγή, «παν τουρκικόν πλοίον ή μοίραν τοιούτων, παν οχύρωμα ή οιονδήποτε στρατιωτικόν έργον, ευρισκόμενον καθ’ όλην την έκτασιν ταύτην, επικουρούσα ούτω τοις κατά τα σύνορα μαχομένοις στρατεύμασιν ημών δι’ αντιπερισπασμού της προσοχής του εχθρού».
Κατά τις επόμενες, εντούτοις, 24 ώρες υπήρξε πλήρης έλλειψη πληροφόρησης σχετικά με το εάν αφίχθηκαν στο νέο τους προορισμό τα πολεμικά μας σκάφη, και εάν είχε αρχίσει η εκτέλεση της ανατεθείσας σ’ αυτά αποστολής.
(συνεχίζεται)